Δυο πολεμοι στην Τσετσενια και "μερικες" επιθεσεις χαρακτηρισμενες ως "τρομοκρατικες" στη Ρωσια απο 1994 ως 3-4-2017


Στον πρώτο  πόλεμο στην Τσετσενία του 1994, βρήκαν το θάνατο περισσότεροι από δέκα χιλιάδες άνθρωποι, προεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας ο ανεκδιήγητος Γιέλτσιν.
Το 1995 Τσετσένοι αντάρτες κρατούν εκατοντάδες ομήρους σε νοσοκομείο της νότιας Ρωσίας στη πόλη Budennovsk. Θυμίζουμε ότι περισσότεροι από 100 σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της ομηρίας τους.

Πρώτος Πόλεμος της Τσετσενίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τσετσένος μαχητής κοντά στα ερείπια του προεδρικού μεγάρου της Τσετσενίας, Γκρόζνυ, Ιανουάριος 1995
Πρώτος Πόλεμος της Τσετσενίας ονομάστηκε η στρατιωτική σύρραξη της περιόδου Δεκεμβρίου 1994 - Αυγούστου 1996 ανάμεσα στη Ρωσική Ομοσπονδία και τη Δημοκρατία της Τσετσενίας. Μετά την αρχική ρωσική εκστρατεία του 1994-95, που ολοκληρώθηκε με την καταστροφή της πόλης του Γκρόζνυ, πρωτεύουσας της Τσετσενίας, οι ρωσικές ομοσπονδιακές δυνάμεις επιχείρησαν να πάρουν τον έλεγχο της ορεινής περιοχής της Τσετσενίας αλλά αναχαιτίστηκαν από τους Τσετσένους αντάρτες και τις επιδρομές τους στα πεδινά, παρά την καταφανή υπεροχή τους σε ανθρώπινο δυναμικό, οπλισμό και αεροπορική υποστήριξη.
Ως αποτέλεσμα της πτώσης του ηθικού των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων και της σχεδόν καθολικής αντίδρασης της ρωσικής κοινής γνώμης για μια σύγκρουση που οδηγούσε σε φοβερές απώλειες στα πεδία των μαχών, η κυβέρνηση του προέδρου τότε της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μπαρίς Γιέλτσιν κήρυξε κατάπαυση του πυρός το 1996 και υπέγραψε με τους Τσετσένους συνθήκη ειρήνης ένα χρόνο αργότερα.
Οι επίσημες στατιστικές κάνουν λόγο για 5.500 θανάτους στις τάξεις του Ρωσικού Στρατού, ενώ άλλοι ανεβάζουν το νούμερο αυτό στις 7.500, ακόμα και τις 14.000 απώλειες. Αναφορικά με τις απώλειες στις τάξεις των Τσετσένων αυτονομιστών ανταρτών, δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, με τους αριθμούς από διάφορες ανεπίσημες πηγές να κυμαίνονται από 3.000 έως 15.000 νεκρούς. Οι θάνατοι αμάχων υπολογίζονται σε 30.000 έως 100.000 με 200.000 τραυματίες και περισσότερους από 500.000 ανθρώπους στην προσφυγιά, με τα χωριά τους και τις πόλεις ολοσχερώς κατεστραμμένα στον ανηλεή αυτό πόλεμο.
Πηγή https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82


Η κρίση του νοσοκομείου ομήρων Μπουντενόβσκ πραγματοποιήθηκε από Ιούνιος 14-Ιούνιος 19 1995, όταν μια ομάδα από  80 έως 200 τσετσένους αυτονομιστές με επικεφαλής τον Shamil Basayev επιτέθηκε στην νότια ρωσική πόλη Μπουντενόβσκ (πληθ. 60.000, συχνά γράφονται Budennovsk), περίπου 70 μίλια (110 χλμ) βόρεια των συνόρων με την de facto ανεξάρτητη Δημοκρατία της Τσετσενίας Ichkeria. Το περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα την κατάπαυση του πυρός μεταξύ της Ρωσίας και των ανταρτών της Τσετσενίας, εναρξη  ειρηνευτικών  συνομιλιων μεταξύ των αντιμαχομένων  που αργότερα οδηγήηκαν σε αδιέξοδο.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 129 άμαχοι σκοτώθηκαν και 415 τραυματίστηκαν κατα την ομηρία (από τους οποίους 18 αργότερα πέθανε από τα τραύματά τους). [8] Αυτό περιλαμβάνει τουλάχιστον 105 θανάτους ομήρων. [1] Ωστόσο, σύμφωνα με μια ανεξάρτητη πηγη  166 όμηροι σκοτώθηκαν και 541 τραυματίστηκαν κατά την επίθεση των ειδικών δυνάμεων στο νοσοκομείο [9] [10]. Τουλάχιστον 11 Ρώσοι αξιωματικοί της αστυνομίας και 14 στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. [1] Μια έκθεση που υποβλήθηκε από τη Ρωσία στο Συμβούλιο της Ευρώπης δήλωσε ότι 130 άμαχοι, 18 αστυνομικοί και 18 στρατιώτες σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 400 άνθρωποι τραυματίστηκαν. [11]
Πάνω από 160 κτήρια στην πόλη καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές, συμπεριλαμβανομένων των 54 δημοτικών κτηρίων και 110 ιδιωτικές κατοικίες. [8] [12] Πολλοί από τους πρώην ομήρων που υπέστη ψυχολογικά τραύματα και υποβλήθηκαν σε θεραπεία σε μια νέα εγκατάσταση στο Μπουντενόβσκ.
Από την ομαδα των Τσετσένων αυτονομιστών 11 νεκροί και ένας αγνοούμενος.

Ένα χρόνο αργότερα πάλι Τσετσένοι αντάρτες κρατούν ομήρους σε ξενοδοχείο στο Kizlyar και τους μεταφέρουν με λεωφορείο στα σύνορα της Τσετσενίας, όπου πολλοί από τους ομήρους πεθαίνουν από έφοδο των ρωσικών αρχών ενώ οι αντάρτες διαφεύγουν. Επίσης το Νοέμβρη του 1996 εκρήγνυται βόμβα σε πολυκατοικία στη πόλη Dagestan, όπου πεθαίνουν 64 άνθρωποι.
Το Μάρτιο του 1999 επίσης βόμβα σκοτώνει 50 άτομα σε υπαίθρια αγορά στο Vladikavkaz στη Νότια Οσετία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου σε υπόγειο εμπορικό κέντρο κοντά στο Κρεμλίνο στην Μόσχα μετά από έκρηξη τραυματίζονται 20 άτομα.
Συνολικά από τον Αύγουστο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1999 εκατοντάδες Ρώσοι στρατιώτες σκοτώνονται από τα πυρά Τσετσένων στα βουνά του Dagestan και ξεκινά ο δεύτερος Τσετσένιος πόλεμος, στον οποίο πεθαίνουν τουλάχιστον 10 χιλιάδες άνθρωποι.
 Δεύτερος Τσετσενικός ΠόλεμοςΗ αφύπνιση της Ρωσίας και η άνοδος του παγκόσμιου νεοσυντηρητισμού

Ο δεύτερος πόλεμος της Τσετσενίας ξεκίνησε ως αποτέλεσμα της έναρξης της θητείας του Βλαντιμίρ Πούτιν ως προέδρου της Ρωσίας, διαδόχου του Μπόρις Γέλτσιν. Είναι αλήθεια πως πριν αρχίσει ο πόλεμος ο διάδοχος του Γέλτσιν ήταν άγνωστος στο Ρωσικό λαό, γεγονός που φάνηκε από τις δημοσκοπήσεις. Ο πρώην αντιδήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης και πρώην συνταγματάρχης της ΚGB, θέλησε να ξεκινήσει τη νέα του θητεία τονώνοντας το εθνικό φρόνημα των νεορώσων.
          Ντροπιασμένοι από τη λήξη του πρώτου Τσετσενικού πολέμου και την de facto αναγνώριση της Τσετσενίας ως αυτόνομου κράτους, οι Ρώσοι αναζητούσαν το casus belli που θα τους έδινε την ευκαιρία, αυτή τη φορά να προσαρτήσουν την περιοχή μια για πάντα. Είναι αλήθεια πως οι Ρώσοι κρατούσαν ανοιχτούς λογαριασμούς με τους Τσετσένους πολύ πριν από τον πρώτο Τσετσενικό πόλεμο. Πρώτος, ο Πέτρος ο Μέγας, προσπάθησε να προσαρτήσει την περιοχή στη Ρωσική αυτοκρατορία το 1722, ανεπιτυχώς. Η Τσετσενία είναι μια τραχιά χώρα στα βουνά του Καυκάσου στη Νότια περιφέρεια της πάλαι ποτέ Ρωσικής αυτοκρατορίας. Την εποχή του Μεγάλου Πέτρου η χώρα απαρτιζόταν από κοινωνίες οργανωμένες σε οικογενειακές δομές και οι κάτοικοί απεχθάνονταν τους ξένους. Η όλη φανατισμένη αντίσταση οφειλόταν στα λεγόμενα Γκαζαβάτ (ιεροί πόλεμοι), ένα από τα οποία είχε κηρύξει ο νεαρός τότε μελετητής του Ισλάμ σεΐχης Μανσούρ. Οι Ρώσοι, ανταποκρινόμενοι στο φανατισμό των Τσετσένων, έστειλαν τον ανελέητο στρατηγό Αλεξέι Γερμόλοφ, ο οποίος έχτισε ένα οχυρό στους λόφους, το οποίο ονόμασε Γκρόζνι (τρομερό στα Ρωσικά). Ορμώμενες από το Γκρόζνι, οι Ρωσικές δυνάμεις διέπρατταν φρικαλεότητες στις γύρω περιοχές σφάζοντας και λεηλατώντας ανελέητα. Παρά όμως την επίδειξη ισχύος των Ρώσων, οι Τσετσένοι συνέχιζαν απτόητοι τον ιερό πόλεμο εναντίων των Χριστιανών κατακτητών, αυτή τη φορά με επικεφαλή τον Ιμάλ Σαμίλ, ένα νεαρό κήρυκα, ο οποίος είχε συγκεντρώσει στρατό από μουσουλμάνους αντάρτες. Τελικά οι Τσετσένοι αναγκάστηκαν να συνάψουν ειρήνη με τη Ρωσία, εφόσον οι Ρώσοι είχαν αιχμαλωτίσει το γιο του Σαμίλ και ανάγκασαν τον κήρυκα να παραμείνει στη Ρωσία, σε μια άνετη εξορία. Η «απειθαρχία» όμως των Τσετσένων δεν τελειώνει εδώ. Το 1917 με την έκρηξη της Οκτωβριανής επανάστασης, οι Τσετσένοι υποστήριξαν τους Κόκκινους, στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, ελπίζοντας στην υποστήριξη των Μπολσεβίκων, όσον αφορούσε την ανεξαρτησία τους. Το 1924 ο Λένιν δημιούργησε μια αυτόνομη δημοκρατία για τους Τσετσένους στην οποία συμπεριλαμβάνονταν οι Ινγκουσέτιοι, η στυγνή πυγμή της Μόσχας όμως συνέχιζε να υπάρχει με ελάχιστες διαφορές από την εποχή των Ρομανώφ. Ο μεγάλος διωγμός των Τσετσένων άρχισε με το ξέσπασμα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, όταν ο Στάλιν, μη έχοντας καμία εμπιστοσύνη προς αυτό το λαό, τους κατηγόρησε για συνεργασία με τους Γερμανούς και διέταξε να εκτοπιστεί ο πληθυσμός (επιχείρηση Τσετσέβιτσα 23 Φεβρουαρίου 1944). Συνολικά 478.479 άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί ανάμεσα στους οποίους 91.250 ήταν Ινγκουσέτιοι. Σε όσους επέζησαν από τη σκληρή εξορία (που δεν ήταν και πολλοί) επετράπη η επιστροφή στην πατρίδα το 1957, μόλις τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν. Το 1994 ο Μπόρις Γέλτσιν, πλημμύρισε με στρατό την Τσετσενία, ως αντίδραση στην κήρυξη ανεξαρτησίας της περιοχής. Ενώ είχε επιτρέψει την απόσχιση περιοχών από την πρώην Σοβιετική Ένωση, δεν επέτρεψε στους Τσετσένους να κάνουν το ίδιο, καθότι η περιοχή είναι πλούσια σε πετρέλαιο (όχι μεγαλύτερη από το Νιού Τζέρσει). Ενώ οι Ρώσοι κατάφεραν να σκοτώσουν τον ηγέτη των Τσετσένων Ντουντάγεφ, με τηλεκατευθυνόμενο βλήμα, που έπεσε στο κινητό του, τον Απρίλιο του 1996, δεν κατάφεραν να κερδίσουν τον πόλεμο, ο οποίος έληξε με την ταπεινωτική για τη Ρωσία, de facto, αυτονομία της Τσετσενίας. Αργότερα ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα αποκαλούσε ταπεινωτική τη συμφωνία, που είχαν κλείσει οι διαπραγματευτές του Γέλτσιν και θα ξεκινούσε το Δεύτερο Τσετσενικό Πόλεμο, με όλα τα επακόλουθα. Το casus belliδόθηκε όταν ο Μπασάγεφ, πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Ασλάν Μασχάντοφ (ο οποίος Μπασάγεφ είχε κάνει αεροπειρατεία στο παρελθόν σε ένα Ρωσικό αεροπλάνο στην Τουρκία) ξεκίνησε την εισβολή στο γειτονικό Νταγκεστάν τον Αύγουστο του 1999. Τότε είχε διατυπώσει την περιβόητη ρήση:“Ζηλεύω αυτούς που δεν έχουν αίμα στα χέρια τους”.

Η Ρωσία σπεύδει προς υπεράσπιση του Νταγκεστάν

Η εισβολή στο Νταγκεστάν δεν ήταν η μόνη αφορμή για να ξεκινήσουν οι Ρώσοι το νέο τους πόλεμο. Πριν την εισβολή είχαν προηγηθεί ανατινάξεις πολυκατοικιών στη Μόσχα, τρομοκρατικές δηλαδή ενέργειες, που είχαν αποδοθεί στους Τσετσένους. Πάνω σε αυτό έχουν διατυπωθεί αρκετές αμφισβητήσεις, κατά πόσο δηλαδή όντως Τσετσένοι τρομοκράτες χτύπησαν τη Μόσχα. Ας μην ξεχνάμε πως ο καινούριος πρόεδρος, επεδίωκε στρατιωτική αναμέτρηση με τους Τσετσένους, προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του, τονώνοντας το πατριωτικό συναίσθημα των νεορώσων. Ο Πούτιν ήξερε πολύ καλά το πεδίο των κινήσεών του, καθότι πολύ πριν την έναρξη του Δεύτερου Τσετσενικού πολέμου, είχε εκδηλωθεί στη Ρωσία το λεγόμενο κίνημα Νάσε (δικό μας στα ρωσικά), το οποίο ήταν κίνημα εθνικιστικού χαρακτήρα και πορευόμενοι βάση αυτού, οι Ρώσοι προτιμούσαν τα δικά τους τραγούδια, τα δικά τους προϊόντα και γενικά τη διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Fatherland.
          Ένα μήνα μετά την εισβολή στο Νταγκεστάν, οι Ρώσοι έσπευσαν να ξεκινήσουν τους μαζικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς ΝΑΤΟικού-Χειρουργικού χαρακτήρα, οι οποίοι σα σκοπό είχαν την απώθηση των δυνάμεων του Μπασάγεφ. Οι βομβαρδισμοί, όμως, όπως απεδείχθη, κάθε άλλο παρά χειρουργικοί ήταν, καθότι από τις πρώτες κιόλας ημέρες σκοτώθηκαν εκατοντάδες άμαχοι και δημιουργήθηκαν κύματα προσφύγων (μέχρι και 100.000 άτομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ η γειτονική Ινγκουσετία αιτήθηκε βοήθειας προς τα Ηνωμένα Έθνη προκειμένου να βοηθήσουν, όσον αφορά τους πρόσφυγες που συνέρρεαν στην περιοχή). Μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οι ρωσικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει την Τσετσενία και ήταν έτοιμες προς χερσαία εισβολή, παρότι στρατιωτικοί αναλυτές συμβούλευαν την αναβολή του εγχειρήματος, λόγω πιθανότητας βαρέων απωλειών.
          Τον επόμενο μήνα ο νέος πρόεδρος Πούτιν χαρακτήρισε την κυβέρνηση του Μασχάντοφ ως μη νόμιμη και άρχισαν οι χερσαίες επιδρομές. Στόχος των Ρώσων, εν αρχή τουλάχιστον, ήταν η κατάληψη των περιοχών βόρεια του ποταμού Τέρεκ. Μέχρι τις 12 Οκτωβρίου, οι Ρώσοι είχαν περάσει τον ποταμό και κατευθύνονταν κυκλωτικά προς την πρωτεύουσα Γκρόζνι, στο Νότο. Έχοντας διδαχθεί από τα λάθη του Πρώτου πολέμου, οι ρωσικές δυνάμεις κινούνταν αργά, κάνοντας εκτενή χρήση του πυροβολικού τους καθώς επίσης και της αεροπορίας, προκειμένου να εξουδετερώσουν τους περισσότερους θύλακες αντίστασης. Αποτέλεσμα της σαρωτικής αυτής επέλασης ήταν η μαζική φυγή προσφύγων προς τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (αργότερα έγινε γνωστός ο αριθμός τους, ο οποίος έφθανε μέχρι και τις 350.000 σε σύνολο 800.000 κατοίκων της Τσετσενίας). Δημιουργήθηκαν επίσης στρατόπεδα φιλτραρίσματος, στα οποία κρατούνταν εκείνοι, που θεωρούνταν ύποπτοι για ανταρτοπόλεμο. Ο αποτρόπαιος βασανισμός των κρατουμένων ήταν δεδομένος στα σύγχρονα αυτά Γκούλαγκς.
          Στις 21 Οκτωβρίου βαλλιστικός πύραυλος βραχέως βεληνεκούς χτύπησε στο κεντρικό Γκρόζνι σκοτώνοντας πάνω από 140 κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών.  Οι Ρώσοι αργότερα αιτιολόγησαν την πράξη τους λέγοντας πως χτύπησαν στην κεντρική αγορά του Γκρόζνι, γιατί εννοίοτε χρησιμοποιείτο σαν αγορά διακίνησης όπλων από τους αντάρτες. Οκτώ ημέρες αργότερα Ρωσικά μαχητικά χτύπησαν μια φάλαγγα φορτηγών που μετέφερε πρόσφυγες και κατευθυνόταν προς τη γειτονική Ινγκουσετία. Είκοσι πέντε άτομα έχασαν τη ζωή τους μεταξύ των οποίων εργάτες του ερυθρού σταυρού και δημοσιογράφοι. Δύο ημέρες αργότερα το ρωσικό πυροβολικό χτύπησε ανελέητα την πόλη Σαμάσκι, προφανώς, όπως αναφέρουν πηγές, ως αντίποινα για τις βαριές απώλειες που υπέστησαν οι ρωσικές δυνάμεις εκεί, κατά τον πρώτο πόλεμο.
          Στις 12 Νοεμβρίου η ρωσική σημαία κυμάτιζε στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Τσετσενίας, το Γκουντέρμες, εφόσον οι τοπικοί ηγέτες, αδελφοί Γιαμαντάγεφ, αυτομόλησαν προς τους Ρώσους. Οι επιτιθέμενοι κατάφεραν επίσης να καταλάβουν το διαλυμένο από τους βομβαρδισμούς, πρώην χωριό των Κοζάκων Ασινόβσκαγια. Δύο ημέρες αργότερα 30 Ρώσοι έχασαν τη ζωή τους κατόπιν τσετσενικής αντεπίθεσης στα προάστια του χωριού Κούλαρη. Στις 17 Νοεμβρίου οι ρωσικές δυνάμεις κατάφεραν να αποκολλήσουν τους μαχητές-υπερασπιστές του Μπαμούτ, συμβολικό οχυρό του Πρώτου πολέμου. Η πόλη σαρώθηκε από τους βομβαρδισμούς εκ των υστέρων. Στις 26 Νοεμβρίου ο αναπληρωτής αρχηγός γενικού επιτελείου Βάλερι Μανίλοφ, δήλωσε πως η δεύτερη φάση του πολέμου είχε ολοκληρωθεί και πως μια τρίτη φάση θα ξεκινούσε, αντικειμενικός σκοπός της οποίας ήταν η εξουδετέρωση των ανταρτών που δρούσαν στις ορεινές περιοχές.
          Την πρώτη Δεκεμβρίου, κατόπιν εβδομάδων σκληρών μαχών, οι ρωσικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του στρατηγού Βλαντιμίρ Σαμάνοφ, κατέλαβαν το χωριό Αλκάν-Γιούρτ, νότια του Γκρόζνυ. Οι Τσετσένοι καθώς και επίσης οι ξένοι μαχητές προκάλεσαν απώλειες στο ρωσικό στρατό, οι οποίες ανήλθαν στους 70 άντρες, πριν οι ίδιοι λόγω των δικών τους βαρέων απωλειών αποσυρθούν. Τις δύο εβδομάδες που ακολούθησαν, οι Ρώσοι προέβησαν σε φρικαλεότητες, σφάζοντας, βιάζοντας και κλέβοντας (εκτέλεσαν τουλάχιστον 17 αμάχους). Την ίδια μέρα τσετσενικές αυτονομιστικές δυνάμεις ξεκίνησαν μια σειρά αντεπιθέσεων σε διάφορα χωριά καθώς επίσης και στα περίχωρα του Γκουντέρμες. Οι αντάρτες στην πόλη Ούρους-Μαρτάν αντιστάθηκαν πεισματικά υιοθετώντας τακτικές ασύμμετρου πολέμου, ενός πολέμου που οι Ρώσοι φοβόνταν τόσο πολύ.
          Στις 4 Δεκεμβρίου ο διοικητής των ρωσικών δυνάμεων της περιοχής του βορείου Καυκάσου, στρατηγός Βίκτορ Καζάντσεφ δήλωσε πως το Γκρόζνι ήταν από παντού αποκλεισμένο. Η επόμενη αποστολή ήταν η κατάληψη της πόλης Σάλι, 20 χμ ΝΑ της πρωτεύουσας, ένα από τα τελευταία φρούρια των αυτονομιστών. Το όλο εγχείρημα άρχισε με την κατάληψη δύο γεφυρών, που συνέδεαν το Σάλι με την πρωτεύουσα και μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου, οι Ρώσοι είχαν περικυκλώσει το Σάλι, πιέζοντας αργά τους αντάρτες-μαχητές. Ο Στρατηγός Γκενάντι-Τρόσεφ έθεσε τότε τελεσίγραφο προς τους υπερασπιστές να παραδώσουν τα όπλα ή να υποστούν τις βαριές συνέπειες της ισοπέδωσης της πόλης. Μέχρι τα μέσα του Δεκεμβρίου οι ρωσικές δυνάμεις είχαν συγκεντρώσει τις επιθέσεις τους στη Νότια Τσετσενία ενώ ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν επιθέσεις, έχοντας σαν ορμητήριο το γειτονικό Νταγκεστάν.
          Εν τω μεταξύ η επίθεση κατά του Γκρόζνι είχε αρχίσει ήδη από τα μέσα Δεκεμβρίου. Η κατάληψη της πρωτεύουσας, καθώς επίσης και των γειτονικών οικισμών, ολοκληρώθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2000. Τα αποτελέσματα όμως της επέλασης τους στρατού ήταν για ακόμα μια φορά τραγικά. Η πολιορκία καθώς επίσης και οι μάχες που διεξήχθησαν στα πλαίσια της κατάληψης του Γκρόζνι, ερήμωσαν στην κυριολεξία την πόλη. Καμία άλλη πόλη δεν υπέστη τέτοια καταστροφή από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Ρώσοι έχασαν τουλάχιστον 368 άντρες, ενώ ο αριθμός των απωλειών σε παραστρατιωτικές δυνάμεις παραμένει άγνωστος. Από τον Οκτώβριο οι απώλειές τους ανέρχονταν τουλάχιστον σε 1173 άντρες ενώ και οι αντάρτες έχασαν πολλούς μαχητές, τουλάχιστον 1500 κατά την προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν το Γκρόζνι. Στις 4 Φεβρουαρίου οι ρωσικές δυνάμεις στην προσπάθειά τους να ανακόψουν την υποχώρηση των Τσετσένων, βομβάρδισαν το χωριό Κατύρ-Γιούρτ, και στη συνέχεια μια αυτοκινητοπομπή αμάχων (η οποία έφερε λευκές σημαίες), σκοτώνοντας τουλάχιστον 170 αμάχους. Το 2003 το Γκρόζνι χαρακτηρίστηκε από τον ΟΗΕ σαν η πιο κατεστραμμένη πόλη πάνω στη Γη.
          Παρόλο που το Γκρόζνι κατελήφθη, ο πόλεμος δεν σταμάτησε. Αντικειμενικός σκοπός των Ρώσων ήταν η εξολόθρευση των θυλάκων των ανταρτών, οι οποίοι δρούσαν στις ορεινές περιοχές της χώρας. Οι Ρώσοι φαίνεται πως είχαν υποτιμήσει αυτούς τους θύλακες αντίστασης και πίστευαν ακράδαντα πως ήταν διαδικασία μηνών να εξολοθρευτούν οι 2500 αντάρτες που δρούσαν αυτονομιστικά. Στις μάχες που ακολούθησαν δεν έλειψαν οι απώλειες εκατέρωθεν, καθώς επίσης και οι ακρότητες. Το πιο χαρακτηριστικά γεγονός ήταν ο βομβαρδισμός από τους Ρώσους ενός διοικητικού κτιρίου στο Σαλί (που θεωρητικά ήταν ασφαλής περιοχή), τη μέρα που είχαν μαζευτεί οι συνταξιούχοι για να πληρωθούν. Η επίθεση ήταν αποτέλεσμα πληροφορίας πως στην περιοχή δρούσαν ομάδες μαχητών. Το βομβαρδισμό ακολούθησε επίθεση ελικοπτέρων, η οποία προκάλεσε περαιτέρω απώλειες, οι οποίες τελικά ανήλθαν σε πάνω από 150 ζωές αμάχων. Με τη σειρά τους οι Τσετσένοι οργάνωσαν αντιστασιακούς πυρήνες και ενέδρες προκαλώντας βαρύτατες απώλειες στο ρωσικό στρατό (Κομσομόλσκογε, Σέρζεν Γιούρτ).  Μέχρι το Δεκέμβριο του 2000 όλοι οι αντιστασιακοί θύλακες είχαν εξουδετερωθεί, αλλά ο πόλεμος στην Τσετσενία δεν είχε τελειώσει για τους Ρώσους, καθότι ο ασύμμετρος πόλεμος θα συνεχιζόταν, θυμίζοντας κατά πολύ την πανωλεθρία των Σοβιετικών στο Αφγάνισταν και την μετέπειτα ταπείνωση των αμερικανικών δυνάμεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ.

Μπεσλάν-Ντουμπρόβκα και Ασύμμετρος Πόλεμος

Στις 23 Οκτωβρίου 2002 ομάδα Τσετσένων αυτονομιστών με αρχηγό τον Μόβσαρ Μπαράγεφ, κατέλαβε το θέατρο της οδού Ντουμπρόβκα στην καρδιά της Μόσχας. Η κρίση ομηρείας του θεάτρου Ντουμπρόβκα, όπως ονομάστηκε, ή πολιορκία του Νορντ Όστ έδειξε πόσο αποφασισμένος ήταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν να συνεχίσει τις εχθροπραξίες στην Τσετσενία. Εκείνη τη νύχτα το θέατρο της οδού Ντουμπρόβκα ήταν γεμάτο κόσμο. Ο λόγος ήταν το μιούζικαλ Νορντ Όστ (Βοράς και Ανατολή στα ρωσικά), το οποίο θεωρείτο πρωτοποριακό είδος τέχνης για τα δεδομένα της Ρωσίας. Ο εμπνευστής του ήταν ο Γκεόργκι Βασίλιεφ, νεαρός επιχειρηματίας που είχε περάσει τη δεκαετία του ’90 εισάγοντας το δυτικό καπιταλισμό στη Ρωσία μέσω προθεσμιακής αγοράς και κινητής τηλεφωνίας. Η όλη ιδέα ξεκίνησε κατά τη διάρκεια ταξιδιού του Βασίλιεφ στη Νέα Υόρκη, όπου είχε παρακολουθήσει τη διασκευή σε μιούζικαλ των Άθλιων του Βίκτωρος Ουγκώ.  Επειδή όσο και αν προσπάθησε δεν κατάφερε να πάρει τα δικαιώματα ώστε να φέρει το μιούζικαλ στη Ρωσία, αφιέρωσε αρκετό από το χρόνο του (καθώς και 54 εκατομμύρια δολάρια) στη δημιουργία του Νόρντ Όστ, ενός μιούζικαλ άκρως πατριωτικού περιεχομένου, το οποίο κάλυπτε μια μεγάλη περίοδο της Ρωσικής ιστορίας (από την επανάσταση των Μπολσεβίκων μέχρι την πολιορκία του Λένινγκραντ). Ακριβώς επειδή το έργο ήταν στρατιωτικού περιεχομένου, κανείς δεν πήρε στα σοβαρά τους μασκοφόρους που περικύκλωσαν τους θεατές. Ακόμα και όταν οι αυτονομιστές άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα με τα Καλάσνικοφ, ελάχιστοι αντελήφθησαν πως βρίσκονταν πλέον κάτω από καθεστώς ομηρείας.
          Ο Μόβσαρ Μπαράγεφ ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος γεννημένος φονιάς. Ήταν ανιψιός του Άρμπι Μπαράγεφ, ενός αδυσώπητου ηγέτη αντάρτη και εγκεφάλου της σύλληψης και αποκεφαλισμού τεσσάρων τεχνικών μιας βρετανικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών που εργάζονταν στην Τσετσενία το 1998. Τον Μόβσαρ και τους άλλους τρομοκράτες περιστοίχιζαν οι λεγόμενες μαύρες χήρες, γυναίκες που είχαν χάσει συζήγους και παιδιά στον πόλεμο και ήταν έτοιμες να πεθάνουν για να πάρουν εκδίκηση. Ανάμεσά τους εικάζεται πως ήταν η Ζούρα Μπαράγεβα, θεία του Μοβσάρ, η οποία είχε ορκιστεί εκδίκηση μετά το θάνατο του Άρμπι Μπαράγεφ. Τα αιτήματα των τρομοκρατών ήταν η απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων από την Τσετσενία και η λήξη του δεύτερου Τσετσενικού πολέμου.
          Το Κρεμλίνο φάνηκε εξ’αρχής πως δεν είχε καμία πρόθεση ούτε να διαπραγματευτεί με τρομοκράτες, ούτε να αποσύρει τα στρατεύματα από την Τσετσενία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν κάθετος σε αυτό. Έτσι τα ξημερώματα του Σαββάτου της 26 Οκτωβρίου οι ειδικές δυνάμεις διέχυσαν αέριο μέσα από τα συστήματα εξαερισμού του θεάτρου και προετοιμάστηκαν για έφοδο στο κτίριο. Κατά τη διάρκεια της εφόδου όσοι τρομοκράτες δεν είχαν αναισθητοποιηθεί από το αέριο, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τις ειδικές δυνάμεις. Ο τραγικός απολογισμός της πολιορκίας του Νορντ Όστ ήταν 129 νεκροί όμηροι και 33 τρομοκράτες.
          Οι Τσετσένοι δεν σταμάτησαν στην κρίση ομηρείας της οδού Ντουμπρόβκα και σίγουρα δεν τους φόβησαν ούτε οι Όσναζ ούτε τα βιοχημικά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν. Την 1 Σεπτεμβρίου 2004 ομάδα Τσετσένων αυτονομιστών με ηγέτη αυτή τη φορά τον Σαμήλ Μπασάγεφ, κατέλαβε το πρώτο σχολείο της πόλης Μπεσλάν κρατώντας ομήρους 1100 άτομα, 777 από τους οποίους ήταν παιδιά. Οι Τσετσένοι και πάλι ζήτησαν τα ίδια ακριβώς πράγματα, την απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων από τα τσετσενικά εδάφη και τη λήξη του δεύτερου τσετσενικού πολέμου. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν και πάλι ανένδοτως όμως, αντιμετώπισε την  κρίση με χειρότερο τρόπο από την προηγούμενη. Στην άγρια έφοδο των Σπέτσναζ στο σχολείο χρησιμοποιήθηκαν εκρηκτικά ακόμα και θερμοβαρικές ρουκέτες. Συνολικά 334 όμηροι σκοτώθηκαν 186 από τους οποίους ήταν παιδιά. Αξιοσημείωτη είναι η μυστικοπάθεια των Ρώσων κατά τη διάρκεια της επίλυσης της κρίσης, η οποία έφτασε και μέχρι τη λογοκρισία και την απαγόρευση των ΜΜΕ να προσεγγίσουν την περιοχή. Άξιο περιέργειας είναι επίσης το γεγονός πως μετά το Μπεσλάν, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναδιαμόρφωσε τη ρωσική “Δημοκρατία” συγκεντρώνοντας πολλές εξουσίες στο Κρεμλίνο και συγκεκριμένα στον ίδιο τον πρόεδρο.

Εγκλήματα Πολέμου και η Περιβόητη δίκη του Σ/χη Μπουντάνοφ

Μεταξύ των εγκλημάτων πολέμου, που διεπράχθησαν κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Τσετσενικού Πολέμου, σίγουρα από τα πιο απεχθή ήταν η στυγερή δολοφονία της Τσετσένας Έλζα Κουνγκάγεβα από τον Σ/χη ΤΘ Γιούρι Μπουντάνοφ. Το βράδυ της 26ης Μαρτίου 2000 ο Σ/χης συνοδευόμενος από στρατιώτες στα πλαίσια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων συνέλαβε την Έλζα Κουνγκάγεβα, την οποία οδήγησε στη σκηνή του και την ανέκρινε. Μετά από δύο ώρες ο Σ/χης βγήκε από τη σκηνή του. Μέσα η Έλζα ήταν κακοποιημένη και νεκρή. Ο Σ/χης θα ισχυριζόταν αργότερα πως ανέκρινε την Τσετσένα για τους δεσμούς της με τους αντάρτες και πως εκείνη τον προσέβαλε, απείλησε πως θα σκότωνε την οικογένειά του και απείλησε να του αρπάξει το όπλο. Ωστόσο η Έλζα γνώριζε ελάχιστα Ρωσικά, συνεπώς μια τόσο περίπλοκη συζήτηση θα ήταν αδύνατο να διεξαχθεί μεταξύ τους. Η αρχική νεκροψία του πτώματος της Τσετσένας έδειξε πως η κοπέλα είχε γρονθοκοπηθεί και βιαστεί. Την επόμενη μέρα ο Μπουντάνοφ ανέφερε στο στρατηγό Γκερασίμοφ πως η κατάσταση στη μονάδα του ήταν φυσιολογική και όταν ο στρατηγός τον ρώτησε αν ήξερε κάτι για μια Τσετσένα αγνοούμενη, ο Μπουντάνοφ ισχυρίστηκε πλήρη άγνοια. Ο Σ/χης είπε ψέματα. Ο Γκερασίμοφ εφόσον μίλησε με τους συγγενείς της Τσετσένας ξανακάλεσε το Σ/χη, ο οποίος αυτή τη φορά τράβηξε το όπλο του για να αντισταθεί στη σύλληψη.
          Στη δίκη που ακολούθησε ακούστηκαν πολλά για τον Σ/χη Μπουντάνοφ. Ήταν σίγουρα μια αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα. Το όνειρό του ήταν να γίνει στρατιωτικός, αλλά απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις στη σχολή αξιωματικών, έτσι κατετάχθη στο στρατό ως απλός οπλίτης. Λόγω εξαιρετικών επιδόσεων προήχθη πολύ γρήγορα και ο πόλεμος στην Τσετσενία τον βρήκε διοικητή του 16ουΤάγματος ΤΘ. Ο “ζήλος” του τον είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε θέλοντας να γιορτάσει τα Χριστούγεννα του 1999 νωρίτερα έστησε μια επίθεση (για τις κάμερες) από το πόστο του και επετέθη στο χωριό Ντούμπα Γιουρτ (το οποίο είχε αποδεκατίσει ήδη το ρωσικό ΠΒ) αναφωνώντας “ Τώρα ας τους στείλουμε ένα δώρο, ανοίξτε πυρ! Έφοδος! Καλά Χριστούγεννα!”.
          Τα εγκλήματα πολέμου του Γιούρι Μπουντάνοφ ήταν αρκετά και σίγουρα ο φόνος της Έλζα δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Το κύρος του Πούτιν είχε πληγεί από τον πόλεμο, ο οποίος θεωρητικά θα κρατούσε δύο εβδομάδες. Συνεπώς το Κρεμλίνο χρειαζόταν απεγνωσμένα έναν αποδιοπομπαίο τράγο προκειμένου ο πόλεμος να αποκτήσει πρόσωπο και η κοινή γνώμη να ασκήσει λιγότερη κριτική στο ίδιο το Κρεμλίνο. Εξ’αιτίας του Μπουντάνοφ, ο Πούτιν δεν μπορούσε να τερματήσει τον πόλεμο, όπως εκείνος ήθελε.  Έτσι αρχικά ο Μπουντάνοφ κλείστηκε στο Σέρπσκι, γνωστό ψυχιατρικό ίδρυμα, που κάθε άλλο παρά ψυχιατρείο ήταν. Αποτελούσε τελικό προορισμό για τους αντιφρονούντες και εκείνους που αδυνατούσαν να συμμορφωθούν με το σύστημα. Πέντε μήνες αργότερα ο Μπουντάνοφ κρίθηκε ένοχος για απαγωγή και δολοφονία και καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Ο Μπουντάνοφ ήταν απλά το θύμα μιας πολιτικής, η οποία βρισκόταν στο μεταίχμιο και η οποία λόγω της κατακραυγής από την κοινή γνώμη, έπρεπε να τελειώσει κακήν κακώς έναν πόλεμο, ο οποίος ήδη θεωρείτο απόστημα τόσο για το κύρος της αναδυόμενης Ρωσίας όσο και για τα μακροπρόθεσμα σχέδια του Βλαντιμίρ Πούτιν.



Αντί επιλόγου: Ο Δεύτερος Τσετσενικός πόλεμος στα πλαίσια της ανόδου του παγκόσμιου νεοσυντηρητισμού

Ο πόλεμος στην Τσετσενία τερματίστηκε σταδιακά με τις ρωσικές δυνάμεις να εγκαταλείπουν το Τσετσενικό έδαφος χρόνο με το χρόνο. Η όλη φιλοσοφία του Πούτιν μετά τον πόλεμο ήταν να εγκαθιδρύσει στην περιοχή κυβέρνηση προσκείμενη προς το Κρεμλίνο. Ακόμα και το 2008 υπήρξαν σποραδικά επεισόδια ανάμεσα στους αντάρτες και στις ρωσικές δυνάμεις (ελάχιστες πια) που έχουν παραμείνει στη χώρα.
          Ο πρώτος Τσετσενικός πόλεμος απετέλεσε μια τόσο πολιτική όσο και στρατιωτική πανωλεθρία για έναν ηγέτη ανίκανο και εξαρτώμενο από τη δύση. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν όμως ξεκίνησε έναν πόλεμο όταν έπρεπε και τον έληξε σταδιακά όποτε έπρεπε, παρόλο που στρατιωτικά, τουλάχιστον, ο πόλεμος αυτός ήταν τόσο νικηφόρος όσο και ο πόλεμος των Αμερικανών στο Ιράκ. Με τη μόνη διαφορά όμως, πως το Ιράκ απετέλεσε νεκροταφείο για έναν ανίκανο νεοσυντηρητικό ηγέτη, όπως δηλώνει ο Zbigniew BrzeZinskiπρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, ενώ η Τσετσενία και όλα τα γεγονότα δορυφόροι του πολέμου αυτού, απετέλεσαν την απαρχή μιας νέας εποχής για τη Ρωσία, η οποία πολιτικά ώριμη πια, φάνηκε να διεκδικεί τη θέση που της αρμόζει στο παγκόσμιο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Ας μην ξεχνάμε πως η αρχική κατακραυγή της δύσης μετετράπη σε ανέμους σύμπνοιας για τη Ρωσία του Πούτιν μετά τα γεγονότα της 11ηςτου Σεπτέμβρη, όταν ο πρώην Σ/χης της ΚGB και πρόεδρος της ρωσικής ομοσπονδίας, έσπευσε πρώτος να συμμαχήσει με τον δυτικό ηγέτη (Τζορτζ Μπους), σε μια σταυροφορία κατά του μουσουλμανικού κόσμου και της παγκόσμιας τρομοκρατίας. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς τα γεγονότα είναι ίδια, εκείνο που αλλάζει είναι οι πολιτικοί χειρισμοί και η διαχείριση του κόστους, το οποίο στην περίπτωση της Ρωσίας του Πούτιν ξαναχτίζει υπερδυνάμεις, ενώ στην περίπτωση του Τζορτζ Μπους καταστρέφει οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά συστήματα.

Βιβλιογραφία

1.     Baker P.EGlasser S (2007), Απόλυτο Σχέδιο Πούτιν Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί
2.     Θέματα και ορισμοί από την Wikipedia
3.    http://www.globalsecurity.org/military/world/war/chechnya2.htm
4.     BrΖezinski Z. (2007) Η Δεύτερη Ευκαιρία: Τρεις Πρόεδροι και η κρίση της αμερικανικής υπερδύναμης, Εκδόσεις Λιβάνη

πηγή http://alexandrosboufesis.blogspot.gr/2011/02/normal-0-false-false-false-en-gb-x-none_1121.html

Το Σεπτέμβριο του 1999 ακόμα μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα σε πολυκατοικίες στη Μόσχα με 200 νεκρούς, την ώρα που η Μόσχα κατηγορεί τους Τσετσένους οι οποίοι με τη σειρά τους κατηγορούν της μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας. Στις 2 Ιουνίου του 2000 οι βομβιστικές ενέργειες συνεχίζονται με 5 επιθέσεις αυτοκτονίας από Τσετσένους αντάρτες σε αστυνομικά τμήματα και Ρωσικές στρατιωτικές βάσεις στην Τσετσενία. Σε αυτές τις επιθέσεις σκοτώθηκαν τουλάχιστον 28 άνθρωποι.
Αύγουστος του 2000 και βόμβα σκοτώνει 13 άτομα και τραυματίζει 90 σε πολυσύχναστη διάβαση στη Μόσχα. Στις 24 Μαρτίου του 2001 τρία αυτοκίνητα παγιδευμένα με εκρηκτικά εκρήγνυνται στις πόλεις Mineralnye Vody και Yessentuki της νότιας Ρωσίας με τραγικό απολογισμό 28 νεκρούς. Το Μάιο του 2002 από βόμβα στο Dagestan εκρήγνυται βόμβα σε στρατιωτική παρέλαση και πεθαίνουν 41 άτομα.
Στις 26 Οκτωβρίου του 2002 πεθαίνουν 129 όμηροι και 41 Τσετσένοι αντάρτες, όταν ρωσικά στρατεύματα εισβάλλουν στο θέατρο όπου οι Τσετσένοι κρατούν 700 ομήρους για 3 συνεχόμενες μέρες. Οι περισσότεροι όμηροι πεθαίνουν από το αέριο που χρησιμοποιήθηκε για να απωθήσουν οι Ρωσικές αρχές τους Τσετσένους.
Το Μακελειό Στη Μόσχα

Η εισβολή στο θέατρο του θανάτου

Ολα ξεκίνησαν όταν οι Τσετσένοι άρχισαν να εκτελούν ομήρους

Τέλος στην κατάληψη του θεάτρου της Μόσχας από τσετσένους αντάρτες έβαλαν χθες οι ρωσικές ειδικές δυνάμεις. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων όμως παρέμενε ασαφής επί ώρες μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης. Ο υφυπουργός Εσωτερικών της Ρωσίας Βλαντίμιρ Βασίλιεφ δήλωσε προς τους δημοσιογράφους έξω από το θέατρο ότι σκοτώθηκαν 67 από τους ομήρους. «Σώσαμε περισσότερα από 750 άτομα... 67 χάθηκαν» είπε. Σύμφωνα με τις αρχές της Μόσχας, από τους 40-50 τρομοκράτες σκοτώθηκαν οι 34, ενώ οι υπόλοιποι συνελήφθησαν. Ο πρώτος στόχος των ειδικών δυνάμεων ήταν οι γυναίκες της ομάδας των αυτονομιστών που είχαν ζωστεί με εκρηκτικά. Οι πληροφορίες από τη Μόσχα αναφέρουν ότι όλες αυτές οι γυναίκες είναι νεκρές. Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος αναγκάστηκε να ακυρώσει μια σειρά από επισκέψεις στο εξωτερικό για να παρακολουθεί από κοντά την κρίση που ξέσπασε την Τετάρτη, ενημερωνόταν συνεχώς για την εξέλιξη της επιχείρησης των ειδικών δυνάμεων, αν και σύμφωνα με πληροφορίες δεν έδωσε ο ίδιος την εντολή για την έναρξή της. Πιστεύεται ότι η είδηση για το τέλος της πολιορκίας, που έφερε τον πόλεμο της Τσετσενίας στην καρδιά της Ρωσίας, έγινε δεκτή με ανακούφιση από τον Πούτιν, αλλά το αν θα αποτελέσει θρίαμβο για τις ρωσικές αρχές θα εξαρτηθεί από το ύψος του αριθμού των θυμάτων ανάμεσα στους ομήρους. Η κατάληψη του θεάτρου από τους τσετσένους αντάρτες ήταν η σκληρότερη δοκιμασία του Πούτιν στα δυόμισι χρόνια που βρίσκεται στο Κρεμλίνο. Η άνοδός του στην προεδρία είχε βασιστεί εν πολλοίς στην αποστολή ρωσικών στρατευμάτων στην Τσετσενία, ύστερα από τριετή απουσία, κίνηση που αποδείχθηκε δημοφιλής στη ρωσική κοινή γνώμη και του προσέδωσε τη φήμη σκληρού και αποτελεσματικού ηγέτη.
ΜΟΣΧΑ, 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ.
Η επιχείρηση των ρωσικών ειδικών δυνάμεων άρχισε στις 6 χθες το πρωί (5 ώρα Ελλάδας). Εκατοντάδες άνδρες έλαβαν μέρος, εισβάλλοντας επιτυχώς στο θέατρο της Μόσχας όπου οι τσετσένοι τρομοκράτες κρατούσαν τους εκατοντάδες ομήρους, σκοτώνοντας τον αρχηγό τους και τους περισσότερους από τους οπλοφόρους και απελευθερώνοντας τους ομήρους. Ο διευθυντής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας Νικολάι Πετρούσεφδήλωσε ότι κανένας από τους Τσετσένους δεν κατάφερε να διαφύγει: 34 σκοτώθηκαν κατά την επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων και οι υπόλοιποι, άγνωστο πόσοι ακριβώς, συνελήφθησαν.
Δεκάδες πτώματα μεταφέρθηκαν έξω από το θέατρο που βρίσκεται σε εργατική συνοικία της Μόσχας, περίπου τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Κρεμλίνου. Μερικά από τα πτώματα φαίνεται ότι ανήκαν σε ομήρους.
Οι ρωσικές ειδικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν υπνωτικό αέριο για να εισβάλουν στο θέατρο όπου οι Τσετσένοι κρατούσαν τους ομήρους επί τρεις ημέρες. Μέλη σωστικών συνεργείων δήλωσαν στη ρωσική τηλεόραση ότι μετέφεραν έξω από το κτίριο ομήρους που ήταν κοιμισμένοι, επειδή είχαν εισπνεύσει το αέριο. Δεν έγινε αμέσως γνωστό τι είδους αέριο χρησιμοποιήθηκε. Εργαζόμενοι σε νοσοκομεία ανέφεραν ότι πολλοί από τους απελευθερωθέντες ομήρους είχαν χάσει τις αισθήσεις τους ή ήταν ανίκανοι να περπατήσουν όταν μεταφέρθηκαν για τις πρώτες βοήθειες.
Σκηνές που προβλήθηκαν στη ρωσική τηλεόραση λίγες ώρες μετά την επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων έδειξαν σώματα σκορπισμένα στο εσωτερικό του θεάτρου, μερικά με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια τους σαν να είχαν λιποθυμήσει. Ορισμένα από τα σώματα ανήκαν σε Τσετσένους, από τους οποίους μερικοί ήταν ζωσμένοι με εκρηκτικά γύρω από τη μέση τους.
Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, οι δυνάμεις ασφαλείας εκκένωσαν την περιοχή γύρω από το θέατρο και λίγο αργότερα ακούστηκε μια έκρηξη.
Ειδικά συνεργεία ανέλαβαν να εξουδετερώσουν τα εκρηκτικά που είχαν τοποθετήσει οι Τσετσένοι στο κτίριο.
Εισβάλλοντας στο κτίριο χθες μόλις πριν από το ξημέρωμα, οι ειδικές δυνάμεις κατάφεραν να εμποδίσουν τους Τσετσένους από το να πραγματοποιήσουν την απειλή τους ότι θα ανατίνασσαν το κτίριο του θεάτρου μαζί με τους περίπου 700 ή 800 ομήρους ανάμεσα στους οποίους ήταν, εκτός από Ρώσοι, και Αμερικανοί, Βρετανοί, Ολλανδοί, Αυστραλοί, Καναδοί, Αυστριακοί και Γερμανοί. Κατάφεραν επίσης να εμποδίσουν να ανατιναχτούν όσοι από τους Τσετσένους ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν σαν καμικάζι.
Η εισβολή στο θέατρο αποφασίστηκε ύστερα από τη νύχτα της Παρασκευής κατά την οποία ακούγονταν εκρήξεις και ριπές όπλων. Ο Σεργκέι Ιγκνατσένκο, εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, δήλωσε ότι η επιχείρηση για την απελευθέρωση των ομήρων ξεκίνησε όταν οι τσετσένοι αντάρτες άρχισαν να εκτελούν ομήρους. Εκτέλεσαν δύο άντρες και στον πανικό που ακολούθησε οι όμηροι πιστεύεται ότι πυροδότησαν άθελά τους εκρηκτικά με τα οποία οι Τσετσένοι είχαν παγιδεύσει διάφορα σημεία του κτιρίου.
Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, οι ίδιοι οι τρομοκράτες πυροδότησαν μερικούς από τους εκρηκτικούς μηχανισμούς, με τους οποίους είχαν παγιδεύσει τις κολόνες του θεάτρου που στηρίζουν την οροφή, μόλις αντιλήφθηκαν την εισβολή των ανδρών των ειδικών δυνάμεων.
Οι άντρες των ειδικών δυνάμεων περίμεναν έξω από το θέατρο, έτοιμοι να αρχίσουν την επιχείρηση μόλις λάβαιναν την εντολή. Η ανταλλαγή πυροβολισμών με τους Τσετσένους διήρκεσε περισσότερο από μία ώρα.
Ο πρόεδρος Πούτιν παρακολουθούσε συνεχώς τις εξελίξεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έδωσε την εντολή για την επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων, απλώς ειδοποιήθηκε όταν αυτή άρχισε.
Νωρίτερα οι αρχές είχαν ανακοινώσει ότι δύο όμηροι είχαν σκοτωθεί και άλλοι δύο είχαν τραυματιστεί και ότι οι Τσετσένοι είχαν αρχίσει να πραγματοποιούν την απειλή τους για την εκτέλεση ομήρων.
Δύο γυναίκες δραπέτευσαν από το κτίριο καθώς οπλισμένοι στρατιώτες έμπαιναν μέσα ενώ άλλες δύο έτρεξαν έξω τη στιγμή που μεγάλος αριθμός νοσοκομειακών αυτοκινήτων κατευθυνόταν στην περιοχή.
«Καταφέραμε να εμποδίσουμε μαζικούς θανάτους και την κατάρρευση του κτιρίου με την οποία μας απειλούσαν» δήλωσε ο υφυπουργός Εσωτερικών Βλαντίμιρ Βασίλιεφ. Πρόσθεσε ότι μερικοί από τους οπλοφόρους Τσετσένους κατάφεραν να διαφύγουν και ζήτησε από τους Μοσχοβίτες να είναι προσεκτικοί. «Θα τους βρούμε και επειδή τους θεωρούμε ιδιαιτέρως επικίνδυνους εγκληματίες θα τους πυροβολούμε επί τόπου» είπε. Αργότερα, η πληροφορία ότι μερικοί από τους τρομοκράτες είχαν καταφέρει να διαφύγουν διαψεύστηκε.
Οι Τσετσένοι είχαν απειλήσει ότι θα άρχιζαν να εκτελούν τους ομήρους χθες τα ξημερώματα. Μετά τις δύο εκτελέσεις οι αρχές μίλησαν με τους αντάρτες στο τηλέφωνο αλλά σύντομα ανακοίνωσαν ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει.
Ο Μοβσάρ Μπαράγεφ - ένας νεαρός πολέμαρχος που κληρονόμησε μια συμμορία ανταρτών από τον θείο του, τον διαβόητο Αρμπί Μπαράγεφ - ήταν επικεφαλής της ομάδας των περίπου 50 Τσετσένων που κατέλαβαν το θέατρο. Σύμφωνα με τις ρωσικές αρχές, ο Μπαράγεφ σκοτώθηκε χθες το πρωί.
Αργά την Παρασκευή το βράδυ η διαπραγματεύτρια που συναντήθηκε με τους Τσετσένους δήλωσε ότι οι οπλοφόροι είχαν υποσχεθεί πως θα απελευθέρωναν τους ομήρους αν ο Πούτιν έβαζε τέλος στον πόλεμο στην Τσετσενία και έδινε εντολή για την απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων. Οι αντάρτες δήλωσαν πως θα απελευθέρωναν τους ομήρους όταν βεβαιώνονταν ότι τα αιτήματά τους είχαν ικανοποιηθεί. Η διαπραγματεύτρια ήταν η Αννα Πολιτκόβσκαγια, μία ρωσίδα δημοσιογράφος της εφημερίδας «Νόβαγια Γκαζέτα» την οποία σέβονται οι Τσετσένοι για τον τρόπο με τον οποίο καλύπτει τον πόλεμο στην Τσετσενία. Οι ίδιοι οι αντάρτες ζήτησαν να διαπραγματευτούν με τη δημοσιογράφο.
Ο Πούτιν είχε υποσχεθεί ότι οι ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας δεν θα σκότωναν τους τρομοκράτες αν απελευθέρωναν σώους τους ομήρους. Οι βαριά οπλισμένοι Τσετσένοι δήλωναν ότι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν και να πάρουν τους ομήρους μαζί τους αν τα αιτήματά τους δεν ικανοποιούνταν.
Την Παρασκευή είχαν απελευθερώσει 19 ομήρους, μεταξύ των οποίων οκτώ παιδιά από 6 ως 12 ετών. Επτά ενήλικες είχαν απελευθερωθεί νωρίτερα ενώ τέσσερις πολίτες του Αζερμπαϊτζάν απελευθερώθηκαν την Παρασκευή τη νύχτα.
Εκτός από την Πολιτκόβσκαγια, άλλες προσωπικότητες που πήγαν στο θέατρο για να διαπραγματευτούν με τους Τσετσένους ήταν ο πρώην πρωθυπουργός Γεβγκένι Πριμακόφ και ο πρώην πρόεδρος της Ινγκουσετίας, που συνορεύει με την Τσετσενία,Ρουσλάν Αούσεφ.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Εσωτερικών, Βασίλιεφ, η Μόσχα έκανε αποτυχημένες προσπάθειες να έρθει σε επαφή με τον Ασλάν Μασχάντοφ, έναν από τους ηγέτες των τσετσένων αυτονομιστών ανταρτών ο οποίος ήταν πρόεδρος της Τσετσενίας από το τέλος του πρώτου πολέμου, το 1996, ως την επανέναρξή του τρία χρόνια αργότερα. «Ο ηγέτης της τρομοκρατικής επίθεσης είναι ο Μασχάντοφ. Συμμετείχε στη διοργάνωση της επίθεσης»δήλωσε ο Βασίλιεφ.
Εξω από το θέατρο ήταν συγκεντρωμένοι περίπου 80 διαδηλωτές οι οποίοι είχαν πανό με αντιπολεμικά συνθήματα. Μερικοί από αυτούς ήταν συγγενείς των ομήρων.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Οι διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα
Οι Ρώσοι κατηγορούν επί καιρό τους Τσετσένους ότι έχουν διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα ενώ τελευταίως συμφώνησαν με τη Μόσχα και οι Αμερικανοί. Ως γνωστόν, μουσουλμάνοι εθελοντές από διάφορες χώρες, εκπαιδευμένοι σε στρατόπεδα της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν, έχουν πάει να πολεμήσουν κατά των Ρώσων στην Τσετσενία. Πιστεύεται ότι με τα χρόνια η Αλ Κάιντα έχει στρατολογήσει πολλούς νεαρούς Τσετσένους και ότι ορισμένες ομάδες ανταρτών στην Τσετσενία έχουν λάβει βοήθεια από τον Οσάμα μπιν Λάντεν. Σύμφωνα με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ένας από τους κυριότερους συνδέσμους ανάμεσα στους τσετσένους αυτονομιστές και στον Μπιν Λάντεν ήταν ο Χατάμπ, βετεράνος του αφγανικού πολέμου με τη Σοβιετική Ενωση, ο οποίος πήγε εθελοντής στην Τσετσενία. Ο ιορδανικής καταγωγής Χατάμπ, που σκοτώθηκε τον Απρίλιο από τις ρωσικές δυνάμεις, είχε σποραδικές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Μπιν Λάντεν. Την περασμένη εβδομάδα έγινε γνωστό ότι οι δυνάμεις της Γεωργίας, σε συνεργασία με τη CIA, συνέλαβαν 15 φερόμενους ως τρομοκράτες, δραστήριους στην Τσετσενία, με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή, που συνδέονται με τον Μπιν Λάντεν. Οι 15 μεταφέρθηκαν στην αμερικανική βάση του Γκουαντανάμο. * Ο ΠΟΛΕΜΟΣ Συγκρούσειςεπί δύο αιώνες
Ο αγώνας των Τσετσένων για ανεξαρτησία διαρκεί περισσότερο από 200 χρόνια και έχει γίνει καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, αλλά τους έχει στοιχίσει ακριβά. Η αρχή της αντίστασης των Τσετσένων προς τους Ρώσους μπορεί να αναζητηθεί τόσο παλαιά όσο το 1732, όταν οι ρωσικές αποικιοκρατικές δυνάμεις ηττήθηκαν σε μια σύγκρουση στο χωριό Τσετσενάουλ από τη φυλή Νότζε, η οποία έκτοτε έγινε γνωστή στη Ρωσία ως Τσετσένοι.
Οι Τσετσένοι φαίνεται ότι ζουν στην περιοχή αυτή επί αρκετές χιλιάδες χρόνια, μιλούν τη δική τους γλώσσα και είναι μουσουλμάνοι ως αποτέλεσμα της επιρροής σουνιτών ιεραποστόλων από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα.
Οι συγκρούσεις των Ρώσων με τους Τσετσένους συνεχίστηκαν σποραδικά τα επόμενα 100 χρόνια, με τους δεύτερους να αντιστέκονται επιτυχώς στην προσπάθεια των πρώτων να τους κατακτήσουν. Ανάμεσα στις διάφορες συνθήκες που έχουν υπογραφεί στην περιοχή από τότε ως σήμερα είναι και εκείνη της Αικατερίνης της Μεγάλης το 1783, η οποία καταστρατηγήθηκε οκτώ χρόνια αργότερα.
Οι μάχες συνεχίστηκαν και εντατικοποιήθηκαν μετά το 1830 εμπνέοντας τον Λέοντα Τολστόι, ο οποίος υπηρέτησε στο Γκρόζνι (που ιδρύθηκε ως φρούριο από τους Ρώσους), να γράψει το μυθιστόρημα Οι Κοζάκοι. Η εξόρυξη πετρελαίου στην περιοχή από το 1893 περιέπλεξε τα πράγματα και οι Ρώσοι άρχισαν να εγκαθίστανται σε μεγαλύτερους αριθμούς στις πεδιάδες.
Οι σποραδικές αντιδράσεις κατά της ρωσικής κυριαρχίας συνεχίστηκαν αλλά μετά τη Ρωσική Επανάσταση οι μπολσεβίκοι ίδρυσαν την αυτόνομη «ομπλάστ» (επαρχία) της Τσετσενίας το 1920. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Στάλιν τιμώρησε τους Τσετσένους επειδή αντιστέκονταν στους Ρώσους και τον Φεβρουάριο του 1944 απέλασε σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό, κυρίως στο Καζακστάν ­ το 30%-50% εκτιμάται ότι πέθανε τον πρώτο χρόνο. Το περιοδικό «Time» το χαρακτηρίζει «μία από τις χειρότερες περιπτώσεις εθνοκάθαρσης του 20ού αιώνα», η οποία όμως πέρασε απαρατήρητη λόγω του πολέμου. Ο Χρουστσόφ επέτρεψε στους εξορίστους να επιστρέψουν το 1957.
πηγή http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=146423


Αποτέλεσμα εικόνας για μοσχα ομηρία στο θεατρο



Το ΔεΑποτέλεσμα εικόνας για μοσχα ομηρία στο θεατροκέμβριο της ίδια χρονιάς καμικάζι οδηγεί φορτηγάκι παγιδευμένο με εκρηκτικά σε κυβερνητικό κτίριο στο Grozny και σπέρνει το θάνατο (60 νεκροί).
Στις 12 Μαΐου του 2003 ακόμα δυο φορτηγάκια με εκρηκτικά οδεύουν προς κτίριο της κυβέρνησης στο Znamenskoye στη βόρεια Τσετσενία με 59 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Ακόμα, τον Ιούλιο του 2003 δύο γυναίκες σε επίθεση αυτοκτονίας σκοτώνουν 14 ανθρώπους σε ροκ φεστιβάλ της Μόσχας. Τραυματίζονται ακόμα 60.
Την 1η Αυγούστου του 2003 επίθεση αυτοκτονίας σημειώνεται σε ένα φορτηγάκι το οποίο εκρήγνυται σε στρατιωτικό νοσοκομείο στο Mozdok της Νότιας Οσετίας σκοτώνοντας τουλάχιστον 50 ανθρώπους. Επίσης το Δεκέμβριο του 2003 μια έκρηξη σκορπά το θάνατο σε συρμό ακριβώς έξω από το σταθμό Yessentuki στη Ρωσία με απολογισμό 46 νεκρούς και 160 τραυματίες. Τέσσερις μέρες μετά την έκρηξη στο τραίνο, στις 9 Δεκεμβρίου του 2003 καμικάζι σκοτώνει 5 άτομα σε περιοχή κοντά στο Κρεμλίνο.
Το Φεβρουάριο του 2004 ακόμα 39 άνθρωποι πεθαίνουν από επίθεση αυτοκτονίας σε υπόγειο σταθμό στη Μόσχα, επίθεση την οποία η αστυνομία απέδωσε σε Τσετσένους αυτονομιστές. Το Μάιο της ίδιας χρονιάς ο Τσετσένος ηγέτης Akhmad Kadyrov σκοτώνεται με βόμβα στο Grozny παίρνοντας μαζί του 6 ακόμα ανθρώπους και τραυματίζοντας 50. Στις 22 Ιουνίου Τσετσένοι Αντάρτες εισβάλλουν σε υπουργικό κτίριο στην Ingushetia και σκοτώνουν 92 ανθρώπους μεταξύ αυτών ο τοπικός υπουργός εσωτερικών Abukar Kostoyev.
Στις 24 Αυγούστου του 2004 δύο ρωσικά επιβατικά αεροπλάνα εκρήγνυνται σχεδόν ταυτόχρονα με απολογισμό 90 νεκρούς. Το πρώτο ήταν Τουπόλεφ Tu-134 και εκτελούσε πτήση για το Volgograd και το άλλο επίσης Τουπόλεφ Tu-154 με την επίθεση το αιματηρό γεγονός να γίνεται κοντά στο Rostov-on-Don. Έξι μέρες αργότερα επίθεση αυτοκτονίας από μια γυναίκα στη Μόσχα σκοτώνει 10 ανθρώπους και τραυματίζει ακόμα 51.

Beslan: Τρεις μέρες το Σεπτέμβρη (Ντοκιμαντέρ)

Δείτε Ντοκιμαντέρ online στο greek documentaries:
ντοκιμαντέρ σκαι
Beslan: Τρεις μέρες το Σεπτέμβρη 
331 άνθρωποι σκοτώθηκαν στο "Μπεσλάν" εκ των οποίων τα 176 ήταν παιδιά. Την τραγωδία που έμεινε στην ιστορία ως "η 11η Σεπτεμβρίου της Ρωσίας" παρουσιάζει λεπτό προς λεπτό σε αφήγηση της Julia Roberts το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ "Μπεσλάν" Ήταν η 1η Σεπτεμβρίου του 2004, όταν τουλάχιστον 1200 παιδιά, γονείς και μαθητές συγκεντρώθηκαν σε σχολείο του Μπεσλάν στη Νότια Ρωσία για να γιορτάσουν την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Η γιορτή όμως διακόπηκε με τον πιο βάναυσο τρόπο, όταν στο σχολείο εισέβαλαν 30 βαριά οπλισμένοι Τσετσένοι τρομοκράτες. Τις επόμενες τρεις μέρες τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι θα ζούσαν τον εφιάλτη της ζωής τους, καθώς οι τρομοκράτες εγκλώβισαν τους πάντες στο σχολικό γυμναστήριο χωρίς φαγητό και νερό. Η ομηρία έληξε την τρίτη μέρα με μια δεκάωρη ένοπλη συμπλοκή ανάμεσα στους τρομοκράτες και την αστυνομία, κατά την οποία χάθηκαν 331 ψυχές, ανάμεσα στις οποίες 176 παιδιά. 

 Beslan: Τρεις μέρες το Σεπτέμβρη
 ( Το Ντοκιμαντέρ χωρίζετε σε 2 μέρη )
 Παραγωγής: Showtime
 Διάρκεια: 38:45 min (το κάθε μέρος)
 Υπότιτλοι: Ελληνικοί Ενσωματωμένοι
 Γλώσσα: Αγγλικά , Ρωσικά
http://www.dailymotion.com/video/xnn8n8_%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%83%CE%BB%CE%AC%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82-1%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_news


http://www.dailymotion.com/video/xnna22_%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%83%CE%BB%CE%AC%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82-2%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_news



Στις 6 Φεβρουάριο του 2004 μετά από βομβιστική ενέργεια πεθαίνουν 30 άτομα και τραυματίζονται ακόμα 70 στο μετρό της Μόσχας. Το 2006, στις 21 Αυγούστου πάλι από βομβιστική ενέργεια πεθαίνουν 10 άνθρωποι σε υπαίθρια αγορά της Μόσχας και τραυματίζονται ακόμα 50.
Δύο χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 2009 επίθεση αυτοκτονίας με φορτηγάκι παγιδευμένο με εκρηκτικά σκοτώνονται 24 άνθρωποι και τραυματίζονται 130 ακόμα σε κεντρικό αστυνομικό τμήμα στην Ingushetia. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου 26 άνθρωποι πεθαίνουν και 100 τραυματίζονται σε έκρηξη βόμβας στο Nevsky Express, το οποίο είχε 700 επιβάτες.
Από τις πολύνεκρες επιθέσεις δεν ξέφυγε το 2010, μέσα στο οποίο στις 6 Ιανουαρίου 7 αστυνομικοί πέθαναν στο Dagestan από επίθεση αυτοκτονίας από παγιδευμένο όχημα. Στα τέλη του Μαρτίου του 2010 πέθαναν 40 άνθρωποι σε δύο εκρήξεις στο μετρό της Μόσχας και ακόμα 9 σε εκρήξεις στο βόρειο Καύκασο.
Το Μάιο του 2010 έκρηξη σημειώθηκε στη πόλη Stavropol με 9 νεκρούς ακριβώς πριν την έναρξη συναυλία και στις 9 Σεπτεμβρίου επίθεση αυτοκτονίας στη Νότια Οσετία καταγράφεται με 18 νεκρούς.
Στις 24 Ιανουαρίου του 2011 το λουτρό αίματος συνεχίστηκε αφού τουλάχιστον 35 άνθρωποι πέθαναν και δεκάδες τραυματίστηκαν μετά από έκρηξη βόμβας στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο Domodedovo της Μόσχας.


Η Ρωσία θρηνεί UPD

rosia.jpg

Τριήμερο πένθος κηρύχτηκε μετά τη χθεσινή έκρηξη βόμβας με καρφιά | AP Photo/Yelena Ignatyeva
Στους 14 αυξήθηκε ο αριθμός των νεκρών από την ισχυρότατη έκρηξη στο μετρό της Αγίας Πετρούπολης, την οποία το Κρεμλίνο χαρακτήρισε «πρόκληση» για όλους τους Ρώσους σημειώνοντας ότι παρουσία του Πούτιν στην πόλη την ώρα της επίθεσης είναι «αξιοσημείωτη».
Η κρατική επιτροπή έρευνας της Ρωσίας ανέφερε πως το μακελειό προκλήθηκε από βόμβα, που πυροδοτήθηκε πιθανόν από έναν άνδρα, μέλη του σώματος του οποίου βρέθηκαν σε ένα από τα βαγόνια του συρμού. «Ο άνδρας έχει ταυτοποιηθεί αλλά η ταυτότητά του δεν θα αποκαλυφθεί για την ώρα για τους σκοπούς της έρευνας», προστίθεται στην ανακοίνωση.
Οι ρωσικές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι ο καμικάζι είναι Ρώσος πολίτης, με καταγωγή από το Κιργιστάν της κεντρικής Ασίας και διασυνδέσεις με φανατικούς ισλαμιστές. Οι αρχές ασφαλείας του Κιργιστάν αναγνώρισαν τον βασικό ύποπτο δίνοντας το όνομα Ακμπαρζόν Τζαλίλοφ, ο οποίος γεννήθηκε στην περιφέρεια Ος το 1995.
Ωστόσο, δεν έχει γίνει γνωστό εάν οι ανακοινώσεις Ρωσίας και Κιργιζίας αναφέρονται στο ίδιο άνθρωπο.
Τρομοκρατική ενέργεια χαρακτήρισε επίσημα η εισαγγελία της Ρωσίας την επίθεση μεταξύ των σταθμών της πλατείας Σενάγια και του σταθμού «Τεχνολογικού Ινστιτούτου». Οι ρωσικές αρχές ανακοίνωσαν ότι εξουδετερώθηκε έγκαιρα άλλη μια βόμβα σε διαφορετικό σταθμό του υπογείου σιδηροδρόμου.
Εντάλματα για δύο άτομα εξέδωσαν τη Δευτέρα οι αρχές. Ο πρώτος -γενειοφόρος μεσήλικας με μαύρα ρούχα και καπέλο- βάσει θολής φωτογραφίας από κάμερα ασφαλείας εμφανίστηκε στην αστυνομία δηλώνοντας πως δεν έχει σχέση με το χτύπημα. Ο δεύτερος πιστεύεται πως τοποθέτησε τον έτερο εκρηκτικό μηχανισμό.
Από τα θύματα επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν επιτόπου, ένας μέσα σε ασθενοφόρο και δύο στα νοσοκομεία όπου διακομίστηκαν, σύμφωνα με την υπουργός Υγείας, Βερόνικα Σκβαρτσόβα.
Στο νοσοκομείο μεταφέρθηκαν 45 άνθρωποι, ενώ στο σημείο της επίθεσης εργάζονταν 41 ιατρικές ομάδες, ανακοίνωσε αξιωματούχος των υπηρεσιών υγείας της Αγίας Πετρούπολης.
Σωτήρια για την τύχη πολλών επιβατών ήταν η ψυχραιμία του μηχανοδηγού, ο οποίος δεν σταμάτησε το τρένο μέσα στο τούνελ, αλλά συνέχισε την πορεία του μέχρι να φτάσει στην πλατφόρμα της επόμενης στάσης, όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος των ανακριτικών αρχών.
Οι πρώτες εικόνες που μετέδωσαν τα ρωσικά κανάλια και αναρτήθηκαν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειχναν έναν κατεστραμμένο συρμό και πολλούς επιβάτες να προσπαθούν να ανασύρουν νεκρούς και τραυματίες από τα συντρίμμια, μέσα σε ένα σύννεφο καπνού.
Άλλοι έτρεχαν για να γλιτώσουν και κάποιοι φώναζαν ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με τα χέρια τους.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν πήγε στον σταθμό του μετρό στη γενέτειρά του, όπου διαπράχθηκε η επίθεση και απέθεσε λουλούδια στη μνήμη των θυμάτων. Νωρίτερα, προέδρευσε μιας έκτακτης συνεδρίασης των υπηρεσιών ασφαλείας.
Την ώρα του μακελειού βρισκόταν για επαφές με τον Λευκορώσο ομόλογό του Αλεξάντερ Λουκασένκο, ενημερώθηκε από τον επικεφαλής της ομοσπονδιακής υπηρεσίας ασφαλείας FSB και τόνισε πως οι αρχές καταβάλουν τη βέλτιστη προσπάθεια «να εξακριβώσουν την αιτία». 
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, τόνισε σήμερα την ανάγκη για κοινές προσπάθειες εναντίον της παγκόσμιας τρομοκρατίας και δήλωσε πως θα ήταν «κυνικό και κακόβουλο» να χαρακτηρίζεται ως αντίποινα για τις ενέργειες της Ρωσίας στη Συρία η φονική έκρηξη.
Μηνύματα συλλυπητηρίων και καταδίκης έφτασαν από όλες τις γωνιές του πλανήτη.
πηγή http://www.efsyn.gr/arthro/kamikazi-skorpise-ton-tromo-stin-agia-petroypoli


Σχόλια