Το Συνδρομο της Στοκχολμης και εργασια...
Πρώτα όμως, ας αφηγηθούμε τι συνέβη στη Στοκχόλμη το 1973 στις 6 μέρες ομηρίας των υπαλλήλων της σουηδικής τραπέζης από τον ληστή, Jan Erik Olsson.
Το κτήριο, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Αυγούστου του 1973, τα οποία και γέννησαν τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης». Στο ισόγειο του κτηρίου διατηρούσε υποκατάστημα η τράπεζα Kreditbanken, στην πλατεία Norrmalmstorg, στο κέντρο της Στοκχόλμης. Πλέον, στη θέση της τράπεζας βρίσκεται εμπορικό κατάστημα.
«Στις 23 Αυγούστου του 1973, ο Γιαν-Έρικ Όλσον εισήλθε στην τράπεζα “Kreditbanken” της Στοκχόλμης. Φορούσε γυαλιά ηλίου, μια περούκα με φουντωτά μαύρα μαλλιά και στα χέρια του κρατούσε ένα πολυβόλο. Άρχισε να πυροβολεί στον αέρα, φωνάζοντας στα αγγλικά: “Το πάρτι μόλις ξεκίνησε”!
Σχεδόν αμέσως έφτασαν στο σημείο δύο αστυνομικοί. Ο Όλσον πυροβόλησε και πέτυχε τον έναν στο χέρι, ενώ διέταξε τον άλλον να κάτσει σε μια καρέκλα και να τραγουδήσει. Ο αστυνομικός άρχισε να σιγοτραγουδά το “Lonesome Cowboy” του Έλβις Πρίσλεϊ. (Ο ίδιος ο Όλσον καθόλη τη διάρκεια της ομηρίας θα σφυρίζει και θα σιγοτραγουδάει το ¨Killing me softly της Roberta Flack).
Ο Όλσον κράτησε τέσσερις ομήρους και θα τους ελευθέρωνε, μόνο αν η αστυνομία πραγματοποιούσε τα αιτήματά του. Ήθελε να του δώσουν 3 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες, οπλισμό, αλεξίσφαιρα γιλέκα, ένα γρήγορο αμάξι και να φέρουν τον φίλο του και ληστή τραπεζών, Κλαρκ Όλοφσον, για να τον βοηθήσει στη ληστεία. Ο δράστης γνώρισε τον Όλοφσον στη φυλακή, όταν κρατούνταν στο ίδιο κελί.
O Clark Olofsson.
Οι αρχές πράγματι έφεραν τον Όλοφσον στην τράπεζα, με την προϋπόθεση ότι θα βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με την αστυνομία. Του έδωσαν και ένα γρήγορο αμάξι, χωρίς βέβαια να επιτρέψουν στον δράστη να δραπετεύσει με αυτό. Στόχος τους ήταν να προφυλάξουν τους τέσσερις ομήρους, που ο Όλσον είχε κλειδώσει στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας.
Ο Όλσον τηλεφώνησε στον Σουηδό Πρωθυπουργό, Ούλοφ Πάλμε, και απείλησε ότι θα σκότωνε τους ομήρους. Ως απόδειξη, έπιασε μία όμηρο απ’ τον λαιμό και οι κραυγές ακούστηκαν μέσα από το τηλέφωνο. Η αστυνομία περικύκλωσε την τράπεζα και ετοιμαζόταν να χρησιμοποιήσει πιο αποτελεσματικά μέσα εναντίον του δράστη.
Σκοπευτές έξω από την τράπεζα.
Την επόμενη μέρα, οι όμηροι μίλησαν απευθείας με τον Πάλμε.
Αντί να ζητήσουν βοήθεια όμως, υποστήριξαν τους δράστες. Η όμηρος Κριστίν Ένμαρκ είπε στον Πρωθυπουργό: “Πιστεύω ότι ρισκάρετε τις ζωές μας. Εμπιστεύομαι απόλυτα τον Κλαρκ και τον ληστή. Δεν είμαι απελπισμένη. Δεν μας έχουν πειράξει. Αντιθέτως, είναι πολύ ευγενικοί. Αλλά ξέρετε, κύριε Ούλοφ, αυτό που φοβάμαι είναι ότι αν μας επιτεθεί η αστυνομία θα μας σκοτώσει”.
Η Ένμαρκ δεν ήταν η μοναδική που υποστήριξε τον δράστη. Μία απ’ τις ομήρους που έπασχε από κλειστοφοβία, δήλωσε ότι της έδεσαν ένα σχοινί στο λαιμό και την άφησαν να βγει από το χρηματοκιβώτιο και να περιφέρεται στο διάδρομο. Ο μοναδικός άντρας όμηρος, ο Σβεν Σάφστρομ, κατέθεσε ότι ο Όλσον σκόπευε να τον μεθύσει με αλκοόλ πριν τον σκοτώσει για να μην φοβάται.
Σε μια άλλη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρωθυπουργό, η Έμαρκ ζήτησε να αφήσουν τους δράστες να δραπετεύσουν μαζί με τους ομήρους.
Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε.
Στις 26 Αυγούστου, η αστυνομία άνοιξε μία τρύπα στο πάτωμα του διαμερίσματος ακριβώς πάνω απ’ το χρηματοκιβώτιο. Ειδοποίησαν ότι επρόκειτο να ελευθερώσουν στο χώρο χημικά αέρια για να αναγκάσουν τους δράστες να αποχωρήσουν. Τότε ο Όλσον είπε στους ομήρους να σηκωθούν όρθιοι και να περάσουν γύρω απ’ το λαιμό τους της θηλιές που είχε κρεμάσει απ’ το ταβάνι. Ενημέρωσε την αστυνομία ότι οι όμηροι θα πνίγονταν, όταν θα λιποθυμούσαν απ’ τα αέρια.
Για δύο μέρες, συζητούνταν πιθανοί τρόποι διάσωσης των ομήρων. Ακούστηκαν απίστευτες ιστορίες, όπως το να γεμίσουν το χρηματοκιβώτιο με μέλισσες ή μπάλες του πινγκ πονγκ. Σκέφτηκαν ακόμα και να στείλουν φουσκωτές κούκλες ντυμένες με αστυνομικές στολές αντί για πραγματικούς αστυνομικούς, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή του δράστη.
Οι προτάσεις απορρίφθηκαν και τελικά χρησιμοποιήθηκαν χημικά στις 28 Αυγούστου.
Οι υπάλληλοι της τράπεζας εντός του θησαυροφυλακίου και ο Όλοφσον.
Ο Όλσον, παρά τις απειλές του, δεν άφησε κανέναν όμηρο να πεθάνει και εγκατέλειψε την τράπεζα μέσα σε λίγα λεπτά μαζί με τον Όλοφσον. Οι όμηροι δεν τους ακολούθησαν. Αρνούνταν να βγουν απ’ το χρηματοκιβώτιο, μέχρι να σιγουρευτούν ότι οι δράστες θα μεταφέρονταν στη φυλακή σώοι και αβλαβείς.
Οι κλέφτες συνελήφθησαν. Όταν οι δράστες επιβιβάστηκαν στην κλούβα και οι όμηροι βγήκαν στο δρόμο, η Ένμαρκ τους αποχαιρέτησε και φώναξε στον Όλοφσον: “Κλαρκ, θα τα πούμε σύντομα“. Πράγματι, διατήρησαν στενές φιλικές σχέσεις. Ακόμα και οι οικογένειες τους γνωρίστηκαν και πήγαιναν εκδρομές μαζί.
Ο Όλσον κατά την σύλληψη του και την απομάκρυνσή του από την τράπεζα.
Ο Όλσον καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης και αρραβωνιάστηκε μία απ’ τις πολλές θαυμάστριές του, που του έστελναν γράμματα στη φυλακή. Ο Όλοφσον υποστήριξε ότι δεν συμμετείχε στη ληστεία και απλώς προσπάθησε να διατηρήσει ήρεμα τα πνεύματα.
‘Οταν αποφυλακίστηκε, ο Jan Erik Olsson παντρεύτηκε μία Ταιλανδέζα και πήγε να ζήσει στην Ταϊλάνδη όπου ασχολήθηκε με φυτείες καουτσούκ και καλλιέργεια ρυζιού. Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στη Σουηδία για να είναι κοντά στα παιδιά του και να προωθήσει την αυτοβιογραφία του
Ο Clark Olofsson, που από τα 19 του ήταν αναμειγμένος σε μία υπόθεση δολοφονίας εις βάρους αξιωματικού της αστυνομίας συνεχίζει να διάγει έναν ανήσυχο βίο μπαινοβγαίνοντας στη φυλακή. Η τελευταία του σύλληψη ήταν το 2008 για μία υπόθεση ναρκωτικών. Για ένα διάστημα παρακολούθησε τη Σχολή Δημοσιογραφίας της Στοκχόλμης.»
Το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο που εμφανίσθηκε σε ομήρους απαγωγών, οι οποίοι μετά από μακρόχρονη ομηρία ταυτίσθηκαν με τους απαγωγείς τους, τους συμπάθησαν, ακόμα και όταν εκείνοι τους κακομεταχειρίζονταν.
Οι απαγωγείς διατηρούσαν τον πλήρη έλεγχο της ζωής τους και καθόριζαν την τιμωρία ή την επιβράβευσή τους, αλλά αυτή η μονομερής και ανισοβαρής σχέση γινόταν αντιληπτή και εσωτερικευόταν από τους ομήρους ως αναμενόμενη και αποδεκτή. Στη συνέχεια, αυτό το σύνδρομο υποστηρίχθηκε ότι εμφανίζεται και στον εργασιακό χώρο. Οι εργαζόμενοι αναπτύσσουν αυτή τη συμπεριφορά εξαιτίας του ρόλου που παίζει η εργασία στην ζωή. Μεγάλο τμήμα της ζωής των ανθρώπων ορίζεται από την εργασία και περιστρέφεται γύρω από αυτήν (συστηνόμαστε στους άλλους με βάση τη δουλειά που κάνουμε ή εκεί που εργαζόμαστε, αποκτούμε περισσότερη ή λιγότερη κοινωνική αναγνωρισιμότητα σύμφωνα με το επάγγελμά μας, μιλάμε συχνά για τη δουλειά μας και ασφαλώς περνάμε πάνω από το 50% του βιολογικού μας χρόνου στη δουλειά ή σε σχέση με αυτή). Οπότε ο κίνδυνος να εμφανίσουμε το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» είναι ορατός. Ειδικά αυτό συμβαίνει όταν εργαζόμαστε για μεγάλο χρονικό διάστημα στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια επιχείρηση ή στην ίδια δημόσια υπηρεσία.
Τα συμπεριφοριστικά χαρακτηριστικά που εμφανίζονται είναι η ταύτιση με τον εργοδότη, ακόμα και όταν εκείνος κακομεταχειρίζεται τον εργαζόμενο, τον αδικεί, του μιλάει άσχημα, απαιτεί να εργάζεται περισσότερες ώρες και επιδεικνύει αδιαφορία για τα προβλήματα, τις συναισθηματικές και ανθρώπινες ανάγκες του. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εργοδότης έχει τον έλεγχο της τύχης και της εργασιακής εξέλιξης του εργαζόμενου. Στον ιδιωτικό τομέα, το εργασιακό μέλλον και η ιεραρχική εξέλιξη είναι αποκλειστικό προνόμιο του εργοδότη, ενώ στο δημόσιο τομέα, η εργασιακή τοποθέτηση ή μετακίνηση και η διοικητική πορεία επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον πολιτικό προϊστάμενο.
Και στις δύο περιπτώσεις, αυτή η ιδιόμορφη σχέση, δεν αμφισβητείται από τον εργαζόμενο που εμφανίζει το συγκεκριμένο σύνδρομο, ενώ μπορεί να φτάσει σε ακραίες συμπεριφορές, εκλογικεύοντας την κακομεταχείριση και την αναξιοκρατία ως μια αναγκαία κατάσταση για να μπορεί να προοδεύσει ο οργανισμός. Για παράδειγμα, θεωρείται από κάποιους λογικό, στο δημόσιο να βολεύονται οι ημέτεροι, αυτοί που είναι πολιτικά ενταγμένοι στο κυβερνών κόμμα γιατί έτσι δουλεύει καλύτερα η υπηρεσία. Όπως για τον ιδιωτικό τομέα, θεωρείται από κάποιους επίσης λογικό, να μην έχουν οι εργαζόμενοι πλήρη εργασιακά δικαιώματα και ασφάλιση, αφού έχουν κατάφεραν να βρουν δουλειά και τους πληρώνει ο εργοδότης τους. Η άρνηση του προφανούς είναι εξόφθαλμη. Ο δημόσιος υπάλληλος ανεξάρτητα που πρόσκειται πολιτικά, υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τον πολίτη, άρα η πολιτική διοίκηση δεν πρέπει να επιλέγει με κομματικά κριτήρια (βλέπε αναξιοκρατικά) και ο εργοδότης του ιδιωτικού υπαλλήλου πρέπει να τον ασφαλίζει και να τηρεί τους εργασιακούς νόμους, γιατί η ανθρώπινη εργασία δεν είναι δουλεία και ιδιοκτησία κανενός, πλην του ίδιου του εργαζόμενου.
Κατ’ αντιστοιχία, το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» εμφανίζεται σε ανθρώπους που έχουν συνηθίσει να βλέπουν, να ακούν και να περιμένουν τι θα πει, τι θα υποσχεθεί και εν τέλει, τι θα πράξει ο πολιτικός που είναι χρόνια ανάμεσά τους. Το σύνδρομο ενεργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε ενώ γνωρίζουν ότι ο πολιτικός δεν τηρεί τις υποσχέσεις του, δεν κυβερνά με δικαιοσύνη και αξιοκρατία, είναι μπλεγμένος σε φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς, ότι ψεύδεται και υποκρίνεται, ότι τάζει και λησμονεί, αυτοί δεν αποφασίζουν να τον «μαυρίσουν» στις εκλογές. Λένε στον εαυτό τους, «ας του δώσω άλλη μιαν ευκαιρία», ξέροντας υποσυνείδητα ότι εκείνοι δεν αλλάζουν. Κάποιοι φτάνουν πιο μακριά, στηρίζοντας έναν πολιτικό που τους έχει απογοητεύσει ή τους έχει κοροϊδέψει.
Επειδή ο κυβερνήτης, όπως ο απαγωγέας, γνωρίζει ότι το «θύμα» είναι πιστό και πειθαρχημένο σε κείνον, έμμεσα τον ενθαρρύνει μέσα από τα λεγόμενα και τις πράξεις του, να έχει επιθετική λεκτική συμπεριφορά σε οποιονδήποτε δεν δείχνει να συμφωνεί ή να αποδέχεται την κατάσταση και δεν θεωρείται μέλος της ομάδας. Το ομαδικό πνεύμα, η ομαδική κουλτούρα και η υποταγή όλων σε αυτή, είναι κύριο στοιχείο συντήρησης του «συνδρόμου της Στοκχόλμης». Οι ανταμοιβές και οι επιβραβεύσεις που δίνονται από τον απαγωγέα, τον εργοδότη και τον κυβερνήτη, είναι οργανωμένες και μεθοδευμένες, καθώς παρέχονται από το ισχυρό μέλος, στο ανίσχυρο. Για παράδειγμα, μια μικρή παροχή στους συνταξιούχους ή στους μισθωτούς, δίνεται μετά από μεγάλες και συντριπτικές περικοπές, ως ανταμοιβή για την υποταγή, αλλά και απειλή για νέες θυσίες που ενδέχεται να υπάρξουν, αν η συμμόρφωση δεν είναι η επιθυμητή.
Το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» κάνει κακό στην ψυχική υγεία των ανθρώπων που ζουν κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς ομηρίας, καθώς επιβαρύνει τους ίδιους, την οικογένεια και τους φίλους τους. Το άγχος, οι φοβίες, οι διασπάσεις της προσοχής και τα νευρολογικά και ψυχολογικά προβλήματα επηρεάζουν τα άτομα και τον περίγυρό τους. Δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο που βιώνει το σύνδρομο να βγει έξω από τον κύκλο. Το σύστημα επιβραβεύει την πολλή εργασία, τη συλλογή πλούτου και τον αδυσώπητο ανταγωνισμό, σε βάρος της συναισθηματικής υγείας. Επιβραβεύει την εργασιακή υπακοή και την υπαλληλική σιωπή, σε βάρος της ελεύθερης έκφρασης και της πρωτόβουλης δράσης. Πόσο όμως μπορεί ένας άνθρωπος να αντέξει τον εκμεταλλευτή του, τον απαγωγέα της ζωής του και πολύ περισσότερο, να του είναι πιστός; Μήπως έχει φτάσει η ώρα να σπάσουμε την αλυσίδα που μας δένει με το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» και να αναζητήσουμε νέους κυβερνήτες; Προσοχή όμως, μην γίνουν και εκείνοι, οι νέοι μας «απαγωγείς».
Το κτήριο, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Αυγούστου του 1973, τα οποία και γέννησαν τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης». Στο ισόγειο του κτηρίου διατηρούσε υποκατάστημα η τράπεζα Kreditbanken, στην πλατεία Norrmalmstorg, στο κέντρο της Στοκχόλμης. Πλέον, στη θέση της τράπεζας βρίσκεται εμπορικό κατάστημα.
«Στις 23 Αυγούστου του 1973, ο Γιαν-Έρικ Όλσον εισήλθε στην τράπεζα “Kreditbanken” της Στοκχόλμης. Φορούσε γυαλιά ηλίου, μια περούκα με φουντωτά μαύρα μαλλιά και στα χέρια του κρατούσε ένα πολυβόλο. Άρχισε να πυροβολεί στον αέρα, φωνάζοντας στα αγγλικά: “Το πάρτι μόλις ξεκίνησε”!
O Clark Olofsson.
Αντί να ζητήσουν βοήθεια όμως, υποστήριξαν τους δράστες. Η όμηρος Κριστίν Ένμαρκ είπε στον Πρωθυπουργό: “Πιστεύω ότι ρισκάρετε τις ζωές μας. Εμπιστεύομαι απόλυτα τον Κλαρκ και τον ληστή. Δεν είμαι απελπισμένη. Δεν μας έχουν πειράξει. Αντιθέτως, είναι πολύ ευγενικοί. Αλλά ξέρετε, κύριε Ούλοφ, αυτό που φοβάμαι είναι ότι αν μας επιτεθεί η αστυνομία θα μας σκοτώσει”.
Η Ένμαρκ δεν ήταν η μοναδική που υποστήριξε τον δράστη. Μία απ’ τις ομήρους που έπασχε από κλειστοφοβία, δήλωσε ότι της έδεσαν ένα σχοινί στο λαιμό και την άφησαν να βγει από το χρηματοκιβώτιο και να περιφέρεται στο διάδρομο. Ο μοναδικός άντρας όμηρος, ο Σβεν Σάφστρομ, κατέθεσε ότι ο Όλσον σκόπευε να τον μεθύσει με αλκοόλ πριν τον σκοτώσει για να μην φοβάται.
Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε.
Οι υπάλληλοι της τράπεζας εντός του θησαυροφυλακίου και ο Όλοφσον.
Οι κλέφτες συνελήφθησαν. Όταν οι δράστες επιβιβάστηκαν στην κλούβα και οι όμηροι βγήκαν στο δρόμο, η Ένμαρκ τους αποχαιρέτησε και φώναξε στον Όλοφσον: “Κλαρκ, θα τα πούμε σύντομα“. Πράγματι, διατήρησαν στενές φιλικές σχέσεις. Ακόμα και οι οικογένειες τους γνωρίστηκαν και πήγαιναν εκδρομές μαζί.
Ο Όλσον κατά την σύλληψη του και την απομάκρυνσή του από την τράπεζα.
‘Οταν αποφυλακίστηκε, ο Jan Erik Olsson παντρεύτηκε μία Ταιλανδέζα και πήγε να ζήσει στην Ταϊλάνδη όπου ασχολήθηκε με φυτείες καουτσούκ και καλλιέργεια ρυζιού. Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στη Σουηδία για να είναι κοντά στα παιδιά του και να προωθήσει την αυτοβιογραφία του
Η ψυχολογία του θύματος: το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»
Δρ Λίζα Βάρβογλη, Ph.D. Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Η περίπτωση της Νατάσα Κάμπους, που κατάφερε να ξεφύγει από τα χέρια του ανθρώπου που για οκτώ χρόνια την είχε υπό την ομηρία του, συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Πώς ένας άνθρωπος που ζει σε καθεστώς καταπίεσης, είναι όμηρος και βρίσκεται εκεί παρά τη θέλησή του φτάνει στο σημείο να αναπτύξει θετικά συναισθήματα για τον απαγωγέα του, ακόμα και να στεναχωρηθεί για το θάνατό του;
Η απάντηση που δίνουν οι ψυχολόγοι στο παράδοξο αυτό ονομάζεται «Σύνδρομο της Στοκχόλμης».
Από πού προέρχεται η ονομασία «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»;
Η ονομασία «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» δόθηκε στο ψυχολογικό φαινόμενο που παρατηρήθηκε το 1973 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, σε ομήρους μιας τραπεζικής ληστείας. Οι ληστές κράτησαν έξι ημέρες σε ομηρία τους εργαζόμενους της τράπεζας. Σε αυτή την περίπτωση τα θύματα της ομηρίας δημιούργησαν συναισθηματικό δέσιμο με τους θύτες τους, τους οποίους έφτασαν να υπερασπιστούν μετά την απελευθέρωσή τους.
Τι είναι το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»;
Καταρχήν θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι πρόκειται για μια ψυχολογική διαταραχή, με την έννοια ότι πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση σε μία αφύσικη κατάσταση. Πρόκειται για μια ψυχολογική αντίδραση που παρατηρείται μερικές φορές σε ομήρους, όταν οι όμηροι αναπτύσσουν συναισθηματικούς δεσμούς και δείχνουν αφοσίωση στους θύτες τους, παρά τον κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένοι οι όμηροι.
Το σύνδρομο αυτό εμφανίζεται και σε άλλες ομάδες ανθρώπων, όταν υπάρχει σχέση θύτη-θύματος, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, όπως:
Κακοποίηση γυναικών
Κακοποίηση παιδιών
Θύματα αιμομιξίας
Φυλακισμένοι πολέμου
Μέλη σεκτών
Σχέσεις που βασίζονται στην άσκηση εξουσίας και το φόβο
Σχέσεις εξουσίας και το φόβου
Aτομα που βρίσκονται σε μια σχέση εξουσίας και φόβου συχνά δημιουργούν συναισθηματικούς δεσμούς με το άτομο που τα κακοποιεί (συναισθηματικά, σωματική, ή πνευματικά).
Στο γραφείο του ψυχολόγου μερικά από τα άτομα που επιδεικνύουν έντονη έκπληξη αλλά και σοκ είναι αυτά που είχαν εμπλακεί σε εξουσιαστικές σχέσεις. Όταν τελειώνει η σχέση, συχνά σχολιάζουν: «ξέρω πόσο με πλήγωσε αυτός ο άνθρωπος, αλλά ακόμα τον αγαπάω», «δεν ξέρω γιατί, παρόλα όσα μου έκανε, μου λείπει», «ξέρω ότι ακούγεται τρελό, αλλά την θέλω ξανά στη ζωή μου».
Πρόσφατα, κάποιο άτομo εξομολογήθηκε ότι «με το ζόρι κατάφερα να ξεφύγω από αυτή τη σχέση που μου δηλητηρίασε τα καλύτερά μου χρόνια με το ξύλο και τις βρισιές που ανέχτηκα από αυτόν τον άνδρα. Έμαθα ότι βγαίνει με μια άλλη κοπέλα και της κάνει ακριβώς τα ίδια. Ξέρω ότι ακούγεται εντελώς παλαβό, αλλά ομολογώ ότι ζηλεύω».
Οι συγγενείς και οι φίλοι των ανθρώπων οι οποίοι καταφέρνουν να βγουν από τέτοιες άσχημες σχέσεις αισθάνονται ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και σοκ όταν ακούν τέτοιου είδους σχόλια από τους δικούς τους ανθρώπους που έχουν γίνει το θύμα κάποιου άλλου. Τέτοιες καταστάσεις δύσκολα βγάζουν νόημα και σαφώς δε στέκουν κοινωνικά. Ωστόσο, έχουν ψυχολογικό νόημα.
Συμπτώματα του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης»
Θετικά συναισθήματα από το θύμα προς το άτομο που το κακοποιεί ή το ελέγχει
Αρνητικά συναισθήματα από το θύμα προς την οικογένειά του, τους φίλους ή τις αρχές που προσπαθούν να το «σώσουν»
Υποστήριξη για τους λόγους που οδηγούν το θύτη στη συγκεκριμένη συμπεριφορά
Θετικά συναισθήματα του θύτη προς το θύμα
Υποστηρικτική συμπεριφορά του θύματος προς τον θύτη, τον βοηθάει και τον στηρίζει
Ανικανότητα του θύματος να φερθεί με τρόπο που να διαλύσει το δεσμό του με τον θύτη του
Γιατί το θύμα αγαπά το βασανιστή του;
Το συναισθηματικό δέσιμο με τον θύτη αποτελεί στην ουσία μια στρατηγική επιβίωσης για τον άνθρωπο που έγινε θύμα κακοποίησης και φόβου. Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» αποτελεί κοινή γνώση και συχνά χρησιμοποιείται από την Αστυνομία ως τακτική που αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης των ομήρων.
Η αντίδραση του ψυχολογικού δεσμού με τον θύτη μπορεί να εντοπιστεί και σε ερωτικές ή οικογενειακές σχέσεις, όπου ένα μέλος είναι το θύμα και το άλλο θύτης, ο οποίος με κάποιον τρόπο κακοποιεί το θύμα.
Από ψυχολογική άποψη, το άτομο που γίνεται θύμα και αναπτύσσει συναισθηματικό δέσιμο με τον θύτη του φέρεται, κατά κάποιον τρόπο, κι εντελώς ασυνείδητα, με τον τρόπο που θα λειτουργούσε κι ένα βρέφος, προκειμένου να επιβιώσει.
Το βρέφος συνδέεται, δημιουργεί συναισθηματικό δεσμό με έναν ενήλικα προκειμένου να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητές του να το φροντίσει αυτός ο ενήλικας κι έτσι να επιβιώσει. Βάσει ενός ανάλογου μηχανισμού, το θύμα αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό ή ψυχολογικό δέσιμο με τον θύτη του, γιατί αυτός είναι ένας τρόπος να αυξήσει τις πιθανότητές του να επιβιώσει.
Πότε δημιουργείται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»;
Η ψυχολογική αυτή αντίδραση του συναισθηματικού δεσίματος δε δημιουργείται σε κάθε περίπτωση ομηρίας ή σχέσης κακοποίησης. Φαίνεται ότι υπάρχουν τέσσερις καταστάσεις που καθορίζουν την εμφάνιση του συνδρόμου σε καταστάσεις ομηρίας ή μέσα σε σχέσεις:
Η αίσθηση του θύματος ότι υπάρχει απειλή στην φυσιολογική ή ψυχολογική επιβίωση του ατόμου και η πεποίθηση ότι ο θύτης θα εκτελέσει την απειλή του
Η αίσθηση του θύματος ότι υπάρχει μια έστω και μικρή καλοσύνη από τον θύτη προς το θύμα
Απομόνωση του θύματος από τη γνώμη άλλων ατόμων εκτός από του θύτη
Η αίσθηση του θύματος ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση.
πηγή http://www.sos-sygapa.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=51%3A-----l--r&catid=3%3Apsichologika&Itemid=4&lang=el
πηγή http://www.sos-sygapa.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=51%3A-----l--r&catid=3%3Apsichologika&Itemid=4&lang=el
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου